Οι θεοί της Ευρώπης βάφτισαν την Ελλάδα Σίσυφο. Ο Σίσυφος τουλάχιστον κατάφερε να ανατρέψει την φυσική ροή των πραγμάτων και για αυτό καταδικάστηκε από τους Κριτές των Νεκρών να ανεβάζει σπρώχνοντας στην κορυφή ενός λόφου έναν τεράστιο βράχο. Κάθε φορά που πλησίαζε στην κορυφή, ο βράχος κυλούσε πίσω. Έτσι έμεινε ο Σίσυφος να σπρώχνει τον βράχο στην αιωνιότητα. Έτσι και η Ελλάδα καταδικάστηκε από τους Κριτές των Νεκρών Οικονομιών να σπρώχνει τον δικό της βράχο χωρίς όμως να έχει καταφέρει τουλάχιστον να ανατρέψει τίποτα.
Πρέπει λοιπόν να παραδεχτούμε πως οι οικονομικές συγκυρίες είναι δυσμενείς για όλα τα κράτη, σε άλλα περισσότερο και σε άλλα λιγότερο. Ο καπιταλισμός που έχει επιβληθεί στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη φαίνεται πια να μην είναι βιώσιμη λύση . Η βιωσιμότητα ή όχι του καπιταλισμού έχει να κάνει με το τραπεζικό σύστημα και την διακίνηση κεφαλαίων κάτι που επηρεάζει τις εταιρείες που δεν γνωρίζουν σύνορα, το χρηματιστήριο και τις τράπεζες. Το χρήμα λοιπόν είναι απλά αυτό που έχει αποδειχθεί μη βιώσιμο και αυτό είναι που θα ξαναγεννηθεί από τις στάχτες του μαζί με τον καπιταλισμό με άλλο ίσως προσωπείο. Δεν είναι τυχαία τα «οικονομικά πειράματα» σε διάφορα συστήματα στον κόσμο που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια και δεν είναι καθόλου μυστικά, αντιθέτως είναι τόσο προφανή που μπορεί κάποιος να πειστεί πως γίνονται για το καλό της ανθρωπότητας. Η οικονομική επιστήμη μιλά μόνο με αριθμούς και ποσοστά, δεν έχει ηθικούς φραγμούς και δεν έχει πρόβλημα να το πει ανοιχτά. Η επιβίωση του καπιταλιστικού συστήματος και του κεφαλαίου είναι αυτή που αναζητείται διότι αυτή έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής βιώσιμη για αιώνες σε όλο τον πλανήτη, η καλύτερη διαφήμιση του καπιταλισμού είναι αυτή η ίδια η εφαρμογή του και η εξάπλωσή του.
Η Ελλάδα είναι το πρώτο ευρωπαϊκό κράτος που έχει δεχθεί τόσο στυγνά μέτρα λιτότητας για τον λαό. Οι Έλληνες, οι σύγχρονοι Σίσυφοι, το πρώτο λάθος που έχουν κανει είναι που έχουν πέσει στην παγίδα των εκλογών. Είναι πεπεισμένοι πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος συμμετοχής στα κοινά και πως περαιτέρω ανάμιξη ίσως ακόμη και να τους δημιουργήσει προβλήματα. Έστω και μέσα σε αυτήν την παγίδα λοιπόν έχουν μια μακρά ιστορία δικομματισμού στο ιστορικό τους ίσως γιατί ήταν πεπατημένη η οδός, δοκιμασμένη από προηγούμενες γενιές και εφόσον σε κάθε δύσκολο προϋπολογισμό του κράτους προκηρύσσονταν εκλογές ο λαός είχε την ευχέρεια να διαλέξει «τον άλλο» που δεν έφερε τόσα κακά μαντάτα. Κάπως έτσι φτάσαμε και στις εκλογές του 2009 που όμως τα πράγματα ήταν τελικά πολύ σοβαρότερα από τις άλλες φορές διότι σε εμάς έπεσε ο κλήρος να ζήσουμε στον δοκιμαστικό σωλήνα της Ευρώπης. Υπό την νέα αυτή συνθήκη λοιπόν τα πράγματα άλλαξαν και ο δικομματισμός τελικά αποδεικνύεται μονοκομματισμός. Έγινε λόγος για μάσκες που έπεσαν, για εμένα δεν υπήρχαν ποτέ μάσκες και δεν θεωρώ πως είμαι εξυπνότερη από άλλους. Το ζήτημα είναι πως τόσο καιρό ο λαός ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει και τι ακριβώς κάνει, οπότε το να αναφερόμαστε σε μάσκες είναι απλά διότι ψάχνουμε δικαιολογία, «μας κορόιδεψαν» ακούω και γελάω στα κρυφά γιατί κι εγώ υποστηρίζω τέτοιες συζητήσεις, μήπως και τους πάρω με το μέρος μου.
Ψηφίζεις κυβερνήσεις λοιπόν για να εφαρμόσουν αυτά που σου υπόσχονται και μόλις η οικονομία παίρνει τον κατήφορο αυτή η ίδια κυβέρνηση προκηρύσσει εκλογές για να ρίξει το μπαλάκι στον «άλλο» γιατί ξέρει πια πως σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια θα ξαναγίνουν εκλογές με τον ίδιο πάλι νικητή. Τιμωρία και για αυτούς και για εμάς θα ήταν αν με κάποιο τρόπο τους αναγκάζαμε να ολοκληρώσουν την τετραετία. Διότι το σύνταγμα ορίζει πως εκλογές πρέπει να γίνονται στο τέλος κάθε τετραετίας και όχι όποτε δεν είναι ευχαριστημένος ο λαός ή όποτε τα βρίσκει σκούρα μια κυβέρνηση, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα. Στην τελευταία μάλιστα κυβέρνηση δεν τέθηκε καν θέμα για εκλογές μα μόλις σκούρυναν τα πράγματα η κυβέρνηση άλλαξε αυτοστιγμής σακάκι. Ο δικομματισμός γέννησε το παιδί του, μια κυβέρνηση Παπαδήμου τραπεζικής προέλευσης που απλά θα υπέγραφε ότι του υποδείκνυε το κεφάλαιο της Ευρώπης. Ένα κεφάλαιο στο οποίο χρωστάμε και όμως δεν ξέρουμε τι.
Η ευθύνη σου λοιπόν Σίσυφε έγκειται και σε αυτό. Σου έχουν γνωρίσει ότι χρωστάς σαν λαός, πρόσεξέ το αυτό λαέ, ένα τεράστιο ποσό, κάποια δισεκατομμύρια ευρώ. Δεν χρωστάει η κυβέρνηση, ούτε η Βουλή, ούτε οι ιδιωτικές εταιρείες της Ελλάδας, μα χρωστάς εσύ προσωπικά. Και δεν έχεις ρωτήσει σαν λαός, «Τι χρωστάω και σε ποιόν;». Αν σου ερχόταν με το ταχυδρομείο ένα χρέος προς το δημόσιο του ύψους περίπου των 30000 ευρώ (διότι τόσο είναι περίπου το κατακεφαλή χρέος σήμερα) δεν θα διερρήγνυες τα ιμάτιά σου και δεν θα έφτανες αν μπορούσες μέχρι και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια για να αποδείξεις ότι δεν έκανες τίποτα για να χρωστάς ένα τέτοιο ποσό; Και αν σου έλεγα κιόλας πως ένα κράτος έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή χρέους επικαλούμενο την “κατάσταση ανάγκης” (state of necessity), η οποία υιοθετείται από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ και αναφέρει ότι «ένα κράτος δεν μπορεί να κλείσει τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και τα δικαστήρια, να διαλύσει την αστυνομία, να παραμελήσει τις δημόσιες υπηρεσίες και να εκθέσει το λαό του σε συνθήκες χάους και αναρχίας, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τους δανειστές του, αλλοδαπούς ή ημεδαπούς» τι θα έκανες; Αν σου έλεγα πως αυτό το παραπάνω το έχει επικαλεστεί μια φορά ήδη πρώτη η Ελλάδα το 1936 για χρέη προς Βελγική Τράπεζα και στηριζόμενη στο γεγονός ότι«τα συμφέροντα του ελληνικού λαού για τη διοίκηση, την οικονομική ζωή, την κατάσταση της υγείας και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της χώρας δεν μπορούσε να προβεί σε άλλη επιλογή» δικαιώθηκε και διεγράφη το χρέος της από το Διεθνές Δικαστήριο, και μάλιστα πάνω σε αυτή την απόφαση στηρίχθηκε και η Αργεντινη για διαγραφή μέρους του χρέους της, τι θα έκανες; Αν επιπλέον σου θύμιζα τα σκάνδαλα μέσω των οποίων διογκώθηκε αυτό το χρέος, τι θα έκανες; Αν σου θύμιζα ποιους στήριζες αυτά τα χρόνια και συνεχίζεις να στηρίζεις και που συνεχίζουν με τον «νόμο περί ευθύνης των υπουργών» που υπογράφηκε επί δικτατορίας και συνεχίζει σαν κατάλοιπό της να υπάρχει, θα συνέχιζες να αναρωτιέσαι γιατί η σημερινή χούντα είναι χειρότερη από αυτή του 73; Τι θα έκανες λοιπόν;
Η έννοια της λογοκρισίας έχει πάρει άλλη μορφή στη σημερινή δικτατορία όπως πολλοί την ονομάζουν. Οι κυβερνήσεις προκαλούν με την διαφάνεια που προωθούν κοιτώντας κατάματα την κάμερα, μα ποιος έμαθε πείτε μου, τι συζητήθηκε και πως φτάσαμε να δανειζόμαστε; Για ποια διαφάνεια μιλάμε; Για τους διορισμούς που πια δημοσιοποιούνται μαζί με τους λογαριασμούς των πολιτικών και διάφορα άλλα ευχάριστα; Τώρα που δεν γίνονται διορισμοί πια; Τώρα που οι λογαριασμοί είναι πια καθαροί; Τώρα που πια δεν υπάρχουν χρήματα δημοσιοποιούνται τα πάντα; Τώρα που χρωστάμε λοιπόν δημοσιοποιούνται τα χρέη μας που δεν ξέρουμε όμως που χρωστάμε; Τι είδους λογική είναι αυτή και ποιος μας έπεισε πως κερδίζει ο θίασός μας σε αυτό το θέατρο του παραλόγου.
Έχουμε γεμίσει με τσιτάτα τα χείλη μας τα τελευταία χρόνια που μας δείχνουν στα δελτία ειδήσεων και στις διαφημίσεις της ζωής μας, δεν έχουμε πια την ζωή μας στα χέρια μας, δεν παράγουμε πολιτισμό, δεν παράγουμε αξιοκρατία, δημοκρατία, αδελφοσύνη, αλληλεγγύη. Φοβόμουν να γράψω τις παραπάνω λέξεις μην με πουν κομμουνίστρια ή αναρχική, και πως εξυπηρετώ συμφέροντα, βλέπετε μέχρι και τις λέξεις έχουμε βιάσει σε αυτή την χώρα, και αν δεν είναι αυτό δικτατορία τότε πείτε μου τι είναι. Λέξεις σαν τις παραπάνω πρέπει να διδάσκονται γράμμα γράμμα στα παιδιά μας. Παράγουμε χιλιάδες ανέργους, ξυλοδαρμένους, αυτόχειρες, καταβολεμένους, πτυχιούχους χωρίς μέλλον, μετανάστες, παράγουμε νόμους και κανόνες, περιοριστικούς όρους και συμβάσεις, παράγουμε στρατιώτες και αγοράζουμε εξοπλισμούς και ευτυχώς δεν καίμε ακόμη βιβλία για να ζεσταθούμε, μα ούτε χρήματα για βιβλία δεν έχουμε, αυτό είναι αλήθεια. Πρέπει να σταματήσουμε να ψάχνουμε τα αίτια στο παρελθόν. Έχουμε πια ξεχάσει να στύβουμε την πέτρα και έχουμε μάθει να την πετάμε. Τα αίτια είναι εδώ μπροστά μας και μας κοιτάνε στα μάτια, χωρίς φόβο και πάθος, χωρίς ντροπή, ας κοιτάξουμε και εμείς μια φορά πίσω και ας καταλάβουμε ποιοι είμαστε και ποια πορεία θέλουμε να ακολουθήσουμε γιατί στα μάτια τα δικά μου είμαστε ήδη αδικαιολόγητοι. Ας ρίξουμε εμείς λοιπόν τις μάσκες και ας σταματήσουμε να το παίζουμε θύματα γιατί δεν πιστεύω πως είμαστε.