Mια ιστορία για την κρίση

Τον τελευταίο χρόνο είχε αλλάξει. Δεν ήταν η δουλειά που τον είχε αλλάξει, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι. Ξυπνούσε το πρωί και ένιωθε να ζαλίζεται, πήγαινε στην δουλειά και αν και τα κατάφερνε μια χαρά πάντα είχε ένα αίσθημα αστάθειας, και δεν μπορούσε να εστιάσει όπως πριν, μόνο αν συγκεντρωνόταν αρκετά. Στην αρχή είχε τρομάξει, πίστευε πως είχε αρρωστήσει. Είχε πάρει τότε τους γιατρούς με την σειρά και δεν του έβρισκαν τίποτα, τελικά είχε καταλήξει σε έναν νευρολόγο/ψυχίατρο.
«Λοιπόν, πείτε μου, τι πρόβλημα έχετε;»
«Ζαλίζομαι» είπε, μην μπορώντας να το εξηγήσει επακριβώς.
«Πάντα;»
«Ε όχι όλη την ώρα, αλλά συχνά κατά την διάρκεια της μέρας»
«Τι ακριβώς κάνετε και ζαλίζεστε;»
«Τίποτα συγκεκριμένο, μου έχει τύχει στον δρόμο, στην δουλειά, σε διάφορα σημεία, σε άσχετα μέρη.»
«Στο σπίτι σας;»
«Ναι και στο σπίτι μου, δεν θα με εξετάσετε;»
«Αυτό κάνω.»
«Α. Ωραία» είπε αλλά δεν ένιωσε και πολύ σίγουρος για την εξέταση.
«Έχετε ψυχαναγκασμούς;»
«Δηλαδή;»
«Για παράδειγμα, όταν φεύγετε από το σπίτι σκέφτεστε αν έχετε κλείσει τον θερμοσίφωνα;»
«Ε, καμιά φορά ναι, κυρίως αν τον έχω ανοίξει πιο πριν, αλλά σπάνια. Έχει τύχει να γυρίσω σπίτι και να τον βρω ανοιχτό πάντως.»
«Έχει αντιληφθεί κανείς άλλος γύρω σας ότι ζαλίζεστε;»
«Πώς να το αντιληφθεί; Να του το πω;»
« Όχι αν σας έχει δει να παραπατάτε για παράδειγμα»
«Ναι έχει τύχει μια φορά»
«Είχατε φάει;»
«Ναι, συνηθίζω να τρώω το πρωί»
«Και το μεσημέρι;»
«Ναι και το μεσημέρι και το βράδυ» είπε και άρχισε να νιώθει άσχημα γιατί αντιλαμβανόταν μια δυσπιστία από την πλευρά του γιατρού.
«Ξέρετε… μάλλον αυθυποβάλλεστε»
«Δηλαδή;»
«Σκέφτεστε ότι θα ζαλιστείτε και ζαλίζεστε»
«Μα δεν το σκέφτομαι, πρώτα συμβαίνει και μετά το σκέφτομαι»
«Είναι σύνηθες φαινόμενο, δεν χρειάζεται να αντιδράτε»
«Μα δεν αντιδρώ αλλά μου φαίνεται περίεργο. Δεν το σκέφτομαι καθόλου.»
«Το σκέφτεστε υποσυνείδητα… ελάτε να σας εξετάσω» είπε τελικά.
Του έλεγξε τα αντανακλαστικά, μάτια, χέρια, πόδια και είπε,
«όλα φαίνονται φυσιολογικά, θα κάνουμε και μια αξονική εγκεφάλου και αυχένα βέβαια για να είμαστε σίγουροι αλλά δεν νομίζω ότι έχετε τίποτα» είπε ο γιατρός «όλα αυτά είναι ψυχολογικής φύσεως»
«Και τι να κάνω;»
«Αυθυποβάλλεστε, πρέπει να σταματήσετε να το σκέφτεστε» του απάντησε ο γιατρός γουρλώνοντας τα μάτια πίσω από τα χοντρά του γυαλιά.
«Μάλιστα»
«Κανονικά θα έπρεπε να σας δώσω ηρεμιστικά αλλά δεν νομίζω πως χρειάζεται, θα το ξεπεράσετε» είπε.
«Τι σας οφείλω;»
«Πενήντα ευρώ, πάντως θα ήθελα να σας ξαναδώ»
<εγώ πάντως όχι>σκέφτηκε, αλλά δεν είπε τίποτα.

Στον ψυχίατρο είχαν πάει με την κοπέλα του. Ο προθάλαμος ήταν άδειος και τον περίμενε από έξω. Είχε ακούσει όλη την συζήτηση με τον ψυχίατρο γιατί είχαν αφήσει την πόρτα του γραφείου ανοιχτή. Μόλις βγήκε έξω από το γραφείο του είπε:
«Κώστα αυθυποβάλλεσαι, δώσε πενήντα ευρώ» και γέλασε.
«Έλα ρε συ την δουλειά του κάνει κι αυτός.»
«Τώρα είσαι καλά;»
«Ναι μια χαρά, μην με ρωτάς συνέχεια, εσύ με υποβάλεις!» της είπε και την αγκάλιασε. Έφτασαν έτσι στο σπίτι.
Μια βδομάδα αργότερα βγήκαν οι εξετάσεις και δεν είχε τίποτα. Άραγε να είχε δίκαιο ο γιατρός; Και ποιος ο λόγος που αυθυποβαλλόταν; Δεν μπορούσε να καταλάβει. Σκέφτηκε να πάει σε ψυχολόγο αλλά δεν θα είχε τι να του πει. Δεν είχε κάποιο πρόβλημα. Όλα στην ζωή του κυλούσαν φυσιολογικά. Παρά την οικονομική κρίση ο ίδιος είχε πολύ καλά εισοδήματα από την δουλειά του που πολλοί θα ζήλευαν και σε άλλη εποχή και τα οποία δεν είχαν μειωθεί καθόλου. Στην οικογένειά του όλα πήγαιναν καλά και με την κοπέλα του τα πήγαιναν ακόμη καλύτερα, μάλιστα πρόσφατα είχαν αποφασίσει να συζήσουν και όλα κυλούσαν τέλεια.

Τα πρωινά ξυπνούσαν και έφτιαχναν καφέ, το μεγάλο τους σαλόνι ήταν ηλιόλουστο. Στην μια γωνιά υπήρχε ένα μικρό σαλόνι, δυο βιβλιοθήκες ακουμπούσαν συμμετρικά στον τοίχο και από πάνω τους κρέμονταν όλα τα αγαπημένα τους βιβλία. Μεταξύ των δυο βιβλιοθηκών τρεις αγαπημένοι πίνακες ζωγραφικής και κάτω από αυτούς ένα ηχοσύστημα τελευταίας τεχνολογίας. Στην άλλη άκρη του σαλονιού υπήρχε ένα μεγάλο γραφείο που το χρησιμοποιούσαν και οι δυο κατά καιρούς. Πίσω από το γραφείο άλλη μια βιβλιοθήκη. Μεταξύ του γραφείου και του σαλονιού υπήρχε ένα τζάκι που χώριζε νοητά τον χώρο. Αυτή συνήθιζε να πίνει τον καφέ της στον καναπέ διαβάζοντας εφημερίδα ή κάποιο λογοτεχνικό και αυτός στο γραφείο διαβάζοντας ειδήσεις στο Internet. Αυτή η διαδικασία κρατούσε περίπου μια ώρα, μετά έφευγαν και οι δύο για τις δουλειές τους και δεν θα επέστρεφαν μέχρι πολύ αργά το βράδυ. Έλειπαν πολλές ώρες από το σπίτι και οι μόνες ώρες που είχαν για αυτούς ήταν λίγες ώρες το απόγευμα της Κυριακής και τα βράδια.

Οι ειδήσεις που διάβαζε πριν φύγει για την δουλειά ήταν συνηθισμένες πια.Οικονομικές λίστες, λίστες μέτρων, λίστες αυτόχειρων, λίστες μεταναστών, λίστες εφεδρείας υπαλλήλων, λίστες συνταξιούχων που έχουν πεθάνει και συνεχίζουν να παίρνουν σύνταξη, λίστες τυφλών που έπαιρναν επίδομα αλλά βρήκαν το φώς τους, λίστες βουλευτών με λογαριασμούς στο εξωτερικό, λίστες πανεπιστημίων που θα κλείσουν, λίστες οργανισμών που θα πωληθούν, λίστες πολιτικών εμπλεκομένων στο τάδε σκάνδαλο, λίστες εισοδημάτων καλλιτεχνών, λίστες συλληφθέντων.. δεν είχε τελειωμό.

Στον δρόμο για την δουλειά ο Κώστας περνούσε από πολλά φανάρια. Η δουλειά του ήταν κοντά στο σπίτι του και πήγαινε με τα πόδια, έκανε περίπου μισή ώρα να φτάσει αλλά του άρεσε το περπάτημα, το συνδύαζε με μορφή άσκησης γιατί δεν είχε χρόνο για γυμναστήριο. Στα φανάρια έβλεπε πολλούς ζητιάνους που πήγαιναν στα αυτοκίνητα για να καθαρίσουν τζάμια, άλλοι πάλι πουλούσαν χαρτομάντηλα. Αυτό το είχε συνηθίσει από μικρός, όταν με τους γονείς του ακόμη ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και τους σταματούσαν για τους ίδιους λόγους. Ο πατέρας του τότε πάντα έδινε και κάτι. Τώρα έβλεπε πως λίγοι ήταν αυτοί που άνοιγαν τα παράθυρα. Τους δικαιολογούσε. Το βράδυ στον γυρισμό από την δουλειά ήταν που είχαν οι κάδοι την τιμητική τους. Κάθε κάδος και άνθρωπος, αναρωτιόταν αν τους είχαν μοιράσει μεταξύ τους γιατί πολλές φορές έβλεπε τους ίδιους στους ίδιους κάδους και πολλές φορές σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραίο να έβγαζε ότι τους περίσσευε από το χτεσινό φαγητό και να το άφηνε δίπλα στον κάδο για να το βρει κάποιος, αλλά ήταν μια σκέψη από αυτές που περνάνε από το μυαλό και φεύγουν, εξάλλου τι να πρωτοπρολάβει.

Κάποιο πρωί είχε κατέβει να πάρει τσιγάρα από το περίπτερο. Ο περιπτεράς ήταν κέντρο πληροφοριών.
«Τα έμαθες;» του είπε ο περιπτεράς.
«Τι έγινε;» απάντησε μην θέλοντας να μάθει αλλά το ύφος του περιπτερά του έδειχνε πως θα μάθαινε όπως και να είχε.
«Χτες το βράδυ τρεις παρά αυτοκτόνησε κάποιος δυο οικοδομές πιο πέρα από την δικιά σου. Πήδηξε από το μπαλκόνι στον κεντρικό δρόμο. Προσγειώθηκε στο πεζοδρόμιο. Το πρωί τον βρήκαν» είπε και ρούφηξε λίγο από τον καφέ του ο οποίος όμως είχε τελειώσει και ο ήχος που έκανε τώρα το καλαμάκι τραβώντας αέρα ήταν εκνευριστικός.
«Τα ρέστα;» είπε στον εθισμένο στην καφεΐνη.
«Ορίστε.» είπε ο περιπτεράς και τα άφησε μπροστά του απογοητευμένος από την μη αντίδραση του πελάτη του στα νέα.
Το συγκεκριμένο εκείνο βράδυ είχαν καταφέρει να βγουν έξω για διασκέδαση μετά από πολλούς μήνες συνεχούς δουλειάς. Είχαν γυρίσει γύρω στις τρεις με ταξί. Προσπαθούσε να θυμηθεί αν είδε τίποτα, αν άκουσε τίποτα αλλά όχι. Σκέφτηκε πως αν είχαν γυρίσει με τα πόδια θα μπορούσε ο αυτόχειρας να πέσει πάνω τους και τρόμαξε. Από εκείνη την μέρα περπατούσε στο πεζοδρόμιο κανονικά, αλλά κάτω από τα μπαλκόνια. <Δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί>, σκεφτόταν.
Το κορίτσι ξύπνησε στις πέντε. Εδώ και ένα χρόνο ο πατέρας της είχε απολυθεί και τους άκουγε συνέχεια που μάλωναν με την μητέρα της, όταν δεν ήταν αυτή μπροστά. Προσπαθούσαν να μιλάνε σιγά αλλά οι τοίχοι στο διαμέρισμα έμοιαζαν να είναι από χαρτί. Τελικά ο πατέρας της τους άφησε, δεν άντεξε άλλο. Από τότε που τους άφησε, η μητέρα της δεν μπόρεσε να βρει δουλειά. Ζούσαν σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στο κέντρο της πόλης και το κορίτσι ξυπνούσε στις πέντε το πρωί για να πάει στα φανάρια, δεν πουλούσε τίποτα, ούτε μπορούσε να πλένει τα τζάμια, απλώς ζητούσε λεφτά, δεν ήξερε τι άλλο να κάνει, στην μητέρα της έλεγε πως πήγαινε για να βρει δουλειά, ήταν δεκαεπτά χρονών και θα μπορούσε κάλλιστα να βρει κάπου δουλειά αλλά είχε ψάξει πολλούς μήνες και δεν έβρισκε τίποτα, ούτε για αστείο.
Πριν απολυθεί ο πατέρας της Φωτεινής, ζούσαν σε ένα μικρό διαμέρισμα κοντά στο κέντρο της πόλης, δεν ήταν καθόλου εύκολα αλλά τουλάχιστον είχαν να φάνε και μπορούσε να πηγαίνει στο σχολείο. Όταν απολύθηκε αυτό συνεχίστηκε για μερικούς μήνες, αλλά επειδή είχαν καιρό να πληρώσουν το νοίκι τους έδιωξαν και βρήκαν αυτό το σπίτι που ζουν τώρα. Το καλοκαίρι δεν είχαν μεγάλο πρόβλημα, αλλά τον χειμώνα είχε πολύ κρύο, και όσο ήταν εδώ ο πατέρας τους έκανε καμιά δουλειά από εδώ κι από κει και είχαν να φάνε και κάτι της προκοπής που και που. Από τότε που αυτός έφυγε, παράτησε το σχολείο, εξάλλου ήθελε πολύ καιρό να το παρατήσει, όλοι την κορόιδευαν που δεν είχε καινούρια ή καθαρά ρούχα, εκδρομές δεν μπορούσε να πάει, φαγητό μαζί της δεν είχε, μάλιστα δυο-τρεις φορές είχε λιποθυμήσει και είχε έρθει και την είχε πάρει ο μπαμπάς της στο σπίτι. Το μίσησε τότε το σχολείο. Κι άλλοι είχαν προβλήματα αλλά όχι όπως τα δικά τους.
Τώρα ήταν εννιά η ώρα, μόλις είχε γυρίσει στο σπίτι, η μαμά της δεν την άφηνε να μένει παραπάνω έξω. Πρόσεχε μην μπλέξεις πουθενά κακομοίρα μου της έλεγε. Η μητέρα της γύρισε και ευτυχώς της είχαν δώσει μερικές κονσέρβες στην κοινωνική αλληλεγγύη. Ευτυχώς που τώρα με την κρίση είχαν δημιουργηθεί τέτοιες οργανώσεις γιατί θα πεθαίναμε από την πείνα σκεφτόταν η μητέρα η οποία και αυτή ζητιάνευε. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει.
«Τίποτα και πάλι σήμερα, κάτι ψιλά μόνο» είπε και έβγαλε από τις τσέπες της μερικά κέρματα.
«Ρε μαμά γιατί δεν δίνουν τίποτα; Θα τους λείψουν;»
«Ε, νομίζουν όλοι ότι όλοι είμαστε σε κύκλωμα»
«Φωτεινή, πήγες από την γιαγιά καθόλου σήμερα;»
«Όχι, γιατί να πάω»
«Μήπως έφαγες εκεί τίποτα»
«Αφού ξέρεις ότι δεν μου αρέσει να τρώω εκεί.» είπε και έφαγε λίγη από την κονσέρβα.

Η γιαγιά της με την μαμά της δεν μιλούσαν πολλά χρόνια, αλλά από τότε που είχε γεννηθεί η μικρή, ο πατέρας της που ήταν πολύ τυπικός σε αυτά έπαιρνε την μικρή και την πήγαινε στην γιαγιά της. Η γιαγιά της έμενε μόνη σε μια γκαρσονιέρα χρόνια τώρα, από τότε που πέθανε ο παππούς. Έπαιρνε μια μικρή σύνταξη που τον τελευταίο καιρό είχε συρρικνωθεί αλλά τα έβγαζε πέρα. Η μικρή είχε πει στην μαμά της να πάνε να μείνουν στην γιαγιά αλλά ούτε η γιαγιά της πρότεινε κάτι τέτοιο, και από την άλλη η μαμά της αγρίεψε και μόνο στην ιδέα, θα τα βγάλουμε πέρα, κρίση είναι, θα περάσει είχε πει.

Φίλους από το σχολείο δεν είχε αλλά είχε δυο φίλες από την παλιά της γειτονιά. Από τότε που εγκαταστάθηκαν σε αυτό το ερείπιο που ζουν τώρα η κοπέλα δεν ήθελε να έχει σχέση με τις φίλες της, ντρεπόταν, και δεν είχε κάνει κανέναν καινούριο φίλο. Εδώ και ένα χρόνο με τα μόνα άτομα που είχε σχέσεις ήταν η μητέρα της και η γιαγιά της, αλλά πίστευε πως η κατάσταση είναι προσωρινή, πως όλα θα φτιάξουν σύντομα. Συνήθιζε τα βράδια να κάθεται στο παράθυρο και να χαζεύει τον κόσμο που περνάει. Έβλεπε τους ανθρώπους και έφτιαχνε ολόκληρες ιστορίες στο μυαλό της, για τις ζωές τους, για τις δουλειές τους, για το πώς μοιάζουν τα σπίτια τους, για τους φίλους τους και τους γονείς τους. Πολλές φορές έμπλεκε και άσχετα άτομα μεταξύ τους και έφτιαχνε ιστορίες με δολοφονίες, ερωτικά τρίγωνα και ίντριγκες. Αυτή ήταν η αγαπημένη της ενασχόληση. Αυτοί που περπατούσαν μόνοι, της εξήπταν περισσότερο την φαντασία. Υπήρχε γύρω τους ένα μυστήριο, τους έβλεπε μόνους, να πηγαίνουν ή να γυρνάνε στις δουλειές τους, χωρίς να χαμογελούν ποτέ –της έκαναν εντύπωση αυτοί που περπατούσαν μόνοι και χαμογελούσαν, και ήταν σπάνιοι- και έφτιαχνε μεγάλες ιστορίες γύρω από τις ζωές τους. Πολλές φορές έμπλεκε και τον εαυτό της μέσα, τι θα γινόταν αν τους φώναζε από το παράθυρο να μπουν μέσα για να γνωριστούν; Θα το έκαναν άραγε; Πόσοι; Ένας; Δυο; Αυτός που περνάει τώρα θα το έκανε; Μάλλον όχι, δεν βλέπεις πως σφίγγει τον χαρτοφύλακα του και κοιτάει ευθεία μπροστά σαν υπνωτισμένος; Τι θα γινόταν αν στεκόταν στο πεζοδρόμιο και τους έβαζε τρικλοποδιά; Για αυτήν σίγουρα θα ήταν αστείο.

Την επόμενη μέρα ξύπνησε πάλι στις πέντε. Μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα είχε μείνει και ζητούσε λεφτά στα φανάρια. Μετά είπε να κάνει βόλτες από κάδους και μόνο αν έβρισκε κάτι πολύ καλό θα το έπαιρνε, σιχαινόταν να ψάχνει βαθιά στους κάδους. Είχε καλή μέρα και πέρασε η ώρα πριν το καταλάβει, της άρεσε να κάνει βόλτες στην πόλη. Είχε φτάσει σε έναν κάδο όταν ανακάλυψε ότι κάποιος είχε κρεμάσει μια σακούλα με ένα τάπερ με μαγειρεμένο φαγητό και μερικές κονσέρβες. Το τάπερ ήταν ακόμη ζεστό. Κοίταξε τριγύρω και δεν είδε κανέναν Είναι η τυχερή μου μέρα σκέφτηκε. Εκείνη την ώρα ο Κώστας την παρακολουθούσε από το μπαλκόνι του σπιτιού του.

«Σοφία, ένα κορίτσι πήρε το φαγητό!» φώναξε ενθουσιασμένος.

«Ποιο;» του απάντησε και έτρεξε αλλά δεν πρόλαβε να δει.

«Μόλις την έχασες, μόλις έστριψε.» είπε απογοητευμένος. «Λες να ξανάρθει και αύριο; Θα της αφήσουμε και αύριο!» είπε.

«Μήπως δεν πρέπει;»

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω…»

«Έλα μωρέ, που είναι το κακό, ίσα ίσα.»

«Κι αν το μάθουν και μαζευτούν κι άλλοι; Εδώ δεν έχουμε πολλούς.»

«Αυτό δεν το σκέφτηκα» είπε ο Κώστας και αναρωτήθηκε αν είχε δίκαιο η κοπέλα του.

«Μήπως να την ενημερώσουμε για το που μπορεί να βρίσκει φαγητό καλύτερα; Να δούμε στο Internet που έχει σωματεία αλληλεγγύης και αν έρθει αύριο να της αφήσουμε την διεύθυνσή τους εκεί δίπλα» είπε τελικά η Σοφία.

«Ναι μπορούμε να το κάνουμε κι αυτό.» της απάντησε.

Την άλλη μέρα πήρε άδεια από την δουλειά γιατί από την ώρα που ξύπνησε είχε τρομερό πονοκέφαλο και ένιωθε έντονη ζάλη. Ενημέρωσε πως δεν θα πάει και αποχαιρέτησε την Σοφία που δεν θα γυρνούσε μέχρι αργά το βράδυ. Είχε μήνες να μείνει ολόκληρη μέρα στο σπίτι χωρίς να βγει έξω καθόλου και τις πρώτες ώρες που πέρασαν μέχρι το μεσημέρι είχε αρχίσει να βαριέται, είχε υπερένταση γιατί ο οργανισμός του είχε συνηθίσει εκείνες τις ώρες να αποδίδει τα μέγιστα στην δουλειά. Αποφάσισε να κάνει λίγο διάδρομο για να γυμναστεί, τον είχαν αγοράσει εδώ και ένα χρόνο αλλά δεν τον είχαν χρησιμοποιήσει ποτέ. Άρχισε να σκέφτεται πως όλα όσα είχαν στο σπίτι δεν τα χρησιμοποιούσαν γιατί δεν είχαν χρόνο. Τα πράγματα που χρησιμοποιούσαν ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού και τα πάντα είχαν να κάνουν με την προετοιμασία τους είτε για την δουλειά, είτε για τον ύπνο. Έτσι είναι σκέφτηκε όταν μπορέσεις και αποκτήσεις πράγματα σημαίνει πως τα αποκτάς γιατί δουλεύεις σαν το σκυλί και η ειρωνεία είναι πως για να μπορείς να τα έχεις σημαίνει πως δεν έχεις χρόνο για να τα χρησιμοποιήσεις.

          Η ώρα είχε περάσει. Για μεσημεριανό είχε παραγγείλει από το σουπερ μάρκετ και του είχαν φέρει τα υλικά που ήθελε για να μαγειρέψει πάπια. Ήθελε να κάνει κάτι καλό αφού θα ήταν όλη μέρα στο σπίτι. Του άρεσε να μαγειρεύει, τον χαλάρωνε. Έφαγε μόνος του και γύρω στις τρεις θυμήθηκε την κοπέλα στα σκουπίδια. Αγχώθηκε μήπως δεν την προλάβει, δεν είχε χρόνο να σκεφτεί τι θα έκανε τελικά και αποφάσισε να της αφήσει φαγητό. Έβαλε την υπόλοιπη πάπια σε ένα τάπερ, άνοιξε το ψυγείο και πήρε ένα κλειστό μπουκάλι γάλα που βρήκε, και άλλες δυο κονσέρβες που είχε στο ντουλάπι. Τα έβαλε σε μια σακούλα και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες. Ένιωθε καλύτερα από ότι το πρωί.

Την στιγμή που κρεμούσε την σακούλα στον κάδο, είδε με την άκρη του ματιού του την κοπέλα, που μόλις είχε φτάσει και είχε στρίψει την γωνιά του δρόμου. Μόλις τον είδε σταμάτησε. Αυτός κοκάλωσε. Ένιωθε σαν να τον έπιασαν να κάνει ζημιά. Η Φωτεινή δεν ήξερε επίσης τι να κάνει, ντράπηκε. Άφησε γρήγορα την σακούλα και έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Μέχρι να ανέβει και να βγει στο μπαλκόνι η Φωτεινή είχε πάρει την σακούλα και είχε φύγει.

Ο Κώστας είχε καθίσει στο μπαλκόνι και κοιτούσε τον δρόμο και τις γύρω οικοδομές. Είχε μεγαλώσει σε ένα χωριό στην επαρχία. Από τότε που σαν φοιτητής μετακόμισε στην πόλη, δεν ξαναγύρισε στο χωριό. Πρώτα δεν του το επέτρεπε η σχολή και τα εισιτήρια ήταν ακριβά για το πήγαινε-έλα και μετά δεν μπορούσε να λείπει από την δουλειά. Όταν ήταν στο δημοτικό ερχόταν μια μαμά γάτα στην αυλή τους, στο χωριό, με το γατάκι της και έψαχνε φαγητό. Δεν ήταν εξημερωμένα και με το που άκουγαν την πόρτα του σπιτιού να ανοίγει, ακόμη κι αν ήταν πολύ μακριά από το μπαλκόνι, εξαφανίζονταν σε χρόνο μηδέν. Είχε βαλθεί να τα εξημερώσει τότε. Τους άφηνε κάθε μέρα φαγητό στο πιο απομακρυσμένο σημείο της αυλής. Στην αρχή το έκανε χωρίς να κάθεται στην αυλή για να συνηθίσουν και να έρχονται. Αργότερα, αφού βεβαιώθηκε ότι περνούσαν κάθε μέρα από εκεί, έμενε στην αυλή και τα περίμενε και έτσι αυτά συνήθισαν στην παρουσία του. Η όλη διαδικασία κράτησε περίπου ένα μήνα μέχρι την μέρα που κατάφερε το μικρό γατάκι να φάει από το χέρι του. Ήταν απίστευτο το συναίσθημα. Από τότε είχαν γίνει αχώριστοι. Μέχρι και στο σχολείο τον πήγαινε η γάτα. Τον είχε βγάλει αρχικά Ήρα αλλά από τότε που κατάλαβε ότι ήταν αγόρι τον μετονόμασε σε Κίρο. Έτσι έζησαν μαζί περίπου δυο χρόνια μέχρι που μια μέρα ο Κίρο εξαφανίστηκε. Είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι είχε πεθάνει, ότι τον πάτησε κάποιο αυτοκίνητο, ή ότι κάποιο παιδί τον πυροβόλησε, από αυτά που γυρνούσαν με αεροβόλα, έτσι κι αλλιώς μια φορά είχε έρθει στο σπίτι πληγωμένος από αεροβόλο. Δεν είχε ποτέ σκεφτεί και δεν θα το πίστευε ποτέ ότι μπορεί ο Κίρο απλά να βαρέθηκε και να έφυγε. Μπορεί να έγινε κι έτσι.

Τώρα κάνω το ίδιο με έναν άνθρωπο; αναρωτήθηκε. Άραγε την βοηθάω; Ή κάνω άσχημα; Μήπως την κάνω να επαναπαύεται; Δεν μπορεί να μην μπορεί να ζήσει, σκέφτηκε και αμέσως σκέφτηκε πόσο βλακείες είναι αυτά που σκέφτεται. Θα συνεχίσω να βάζω φαγητό και ότι γίνει έγινε  αποφάσισε τελικά.

Το βράδυ επέστρεψε η Σοφία από την δουλειά. Την ώρα που επιτέλους κάθισε να φάει της είπε «Σήμερα άφησα πάλι φαγητό έξω και με είδε.»

«Πως σε είδε δηλαδή;»

«Ε, την ώρα που το άφηνα με είδε, το άφησα όμως και έφυγα, δεν της μίλησα»

«Αυτό έλειπε να της πιάσεις και κουβέντα.» είπε και συνέχισε το φαγητό της «Της άφησες και χαρτί με τις διευθύνσεις που λέγαμε;» πρόσθεσε.

«Όχι δεν πρόλαβα να το εκτυπώσω» της είπε.

«Ωραία, αύριο να αφήσεις παραπάνω φαγητό γιατί θα είναι περισσότεροι» είπε ουδέτερα.

«Εντάξει αν μαζευτούν κι άλλοι θα τους πούμε που να πάνε. Λες κι αυτή να μην ξέρει;»

«Ε τότε τι ψάχνει στα σκουπίδια;» είπε.

«Λες να έχει βίτσιο να ψάχνει στα σκουπίδια;» είπε και σηκώθηκε να πάει για ύπνο. Αυτή σηκώθηκε και μάζεψε το τραπέζι και μετά πήγε στην κρεβατοκάμαρα.

«Ρε αγάπη μου μην θυμώνεις, εντάξει, άφησε ότι θέλεις, απλά συζήτηση έκανα, δεν με ενδιαφέρει» είπε καθώς τον αγκάλιαζε στο κρεβάτι. Αυτός δεν απάντησε, τον είχε ήδη πάρει ο ύπνος.

Την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησε με χειρότερο πονοκέφαλο από την προηγούμενη. Πήρε ένα χάπι και έκανε καφέ. Η Σοφία είχε ήδη φύγει για την δουλειά και το κινητό του άρχισε να χτυπάει σαν μανιακό.

«Έλα Σωτήρη… ναι δεν θα έρθω ούτε σήμερα στην δουλειά.. τίποτα… απλά είμαι λίγο άρρωστος.» είπε και το έκλεισε. Δεν θα μπορούσε να λείπει πάνω από μια βδομάδα από την δουλειά γιατί θα κατανάλωνε όλη του την άδεια.

Κάθισε μπροστά στον υπολογιστή αλλά δεν είχε όρεξη να μάθει τις ειδήσεις σήμερα. Και που τις μάθαινε τι γινόταν; Αφού δεν τις συζητούσε με κανέναν, ούτε τον επηρέαζαν κάπως. Αποφάσισε να πάει μια βόλτα. Ντύθηκε και βγήκε στον δρόμο. Δεν ήξερε που ήθελε να πάει κι έτσι άρχισε απλά να περπατάει στην πόλη. Έστριβε στην τύχη. Βρέθηκε σε έναν φούρνο και αγόρασε ένα κουλούρι. Συνέχισε, πέρασε την γέφυρα της πόλης και παρατήρησε πως δεν κυκλοφορούσαν πολλά παιδιά στο πάρκο που υπήρχε εκεί κοντά θα είναι στο σχολείο σκέφτηκε και συνέχισε. Δίπλα του πέρασε ένα ασθενοφόρο με μεγάλη ταχύτητα και με την σειρήνα να ουρλιάζει. Πάντα τρόμαζε όταν άκουγε σειρήνες. Κάθισε σε ένα παγκάκι στο πάρκο και χάζευε τις πάπιες στην μικρή λίμνη. Χτες έφαγα μια από σας σκέφτηκε και γέλασε. Μερικοί άνθρωποι έκαναν βόλτα τους σκύλους τους και σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραία να έπαιρναν κι αυτοί έναν σκύλο. Στον γυρισμό πήρε έναν από τους κεντρικούς δρόμους και έπεσε πάνω σε μια πορεία. Αποφάσισε να τους ακολουθήσει, δεν είχε πάρει ποτέ μέρος σε πορεία, δεν είχε λόγους να διαμαρτυρηθεί, κάποιοι φίλοι από την δουλειά πήγαιναν αλλά αν τους άκουγες να συζητάνε δεν μπορούσες να μην σκεφτείς ότι πήγαιναν για δημόσιες σχέσεις. Ακολούθησε την πορεία μέχρι που κάποια στιγμή άρχισαν να γίνονται επεισόδια. Βρέθηκε με άτομα γύρω του να τρέχουν και να μην μπορεί να αναπνεύσει από τα χημικά, μια κοπέλα τον άρπαξε από το χέρι και τον έσερνε. Όταν βρέθηκαν σε ήσυχο μέρος επιτέλους του μίλησε.

«Είσαι εντάξει;» του είπε.

«Ναι μια χαρά. Ευχαριστώ. Εσύ;»

«Κι εγώ, μα κάθε φορά τα ίδια. Πότε θα καταλάβουν ότι και για αυτούς παλεύουμε»

«Ποιους;»

«και για αυτούς που μας πετάνε τα χημικά!» είπε η κοπέλα αναψοκοκκινισμένη.

«Εεε ναι» συμφώνησε κι αυτός που ήταν ακόμη ζαλισμένος από τα χημικά και το τρέξιμο, του είχε κοπεί η αναπνοή.

«Θα είσαι καλά; Δεν φαίνεσαι εντάξει. Πρέπει να βρω τους φίλους μου» είπε η κοπέλα.

«Ναι θα είμαι καλά, θα πάω σπίτι» της είπε.

Αυτήν τον κοίταξε για μια τελευταία φορά και έφυγε.

Γύρισε στο σπίτι πτώμα αργά το βράδυ και έφτιαξε φαγητό. Ετοίμασε πάλι την συνηθισμένη πια σακούλα και την κατέβασε δίπλα στον κάδο. Μια γάτα που ήταν κοντά πήγε να πλησιάσει και έτσι αναγκάστηκε να μείνει εκεί μέχρι να έρθει η κοπέλα για να την διώχνει. Μόλις η κοπέλα εμφανίστηκε στην στροφή έφυγε πάλι γρήγορα και ανέβηκε στο διαμέρισμα.

          Τι με περιμένει κάθε μέρα; Αύριο αν θα είναι πάλι εκεί θα τον χαιρετήσω  σκέφτηκε η Φωτεινή και πήρε την σακούλα. Γύρισε στο σπίτι και την περίμενε η μητέρα της.

«Φωτεινή που το βρίσκεις το φαγητό δυο μέρες τώρα;» την ρώτησε όλο καχυποψία.

«Ένας, σε μια γειτονιά μου το αφήνει στα σκουπίδια.» είπε η Φωτεινή.

«Πρόσεχε μην είναι κανένας ανώμαλος! Μην ξαναπάς!»

«Τι λες ρε μαμά; Σιγά πια!»

«Καλά καλά! Πρόσεχε όμως ε εγώ στο είπα, κατάλαβες τι εννοώ, δεν είσαι μικρή.» της είπε.

Την υπόλοιπη μέρα η Φωτεινή είχε καθίσει στο παράθυρο και κοιτούσε πάλι τον κόσμο που περνούσε. Τι να θέλει και αφήνει φαγητό; σκεφτόταν, μπορεί να το κάνει γιατί θέλει να βοηθήσει, δεν αποκλείεται, κι εγώ αν είχα θα έδινα και μετά βάλθηκε να φαντάζεται την ζωή του αγνώστου. Τον έκανε από δολοφόνο μέχρι πρίγκιπα. Και τι δεν σκέφτηκε με την φαντασία της που πάντα την ταξίδευε μακριά από αυτό το ερείπιο που στεκόταν γύρω της. Πόσο εύκολα του έριχνε τους τοίχους με μια της σκέψη και πόσο δεν την ενδιέφερε το αύριο. Θα περάσει η κρίση έλεγε η μάνα της αλλά αυτήν δεν την ενδιέφερε. Τι σχέδια να κάνει με αυτό το παρόν; Δεν ήξερε καν πως θα ζούσε χωρίς την κρίση, δεν θα ήξερε τι να κάνει. Δεν θυμόταν πως ήταν πριν την κρίση, ήταν πολύ μικρή, την είχε πια συνηθίσει.

Ο Κώστας είχε άλλες έξι ώρες περίπου μόνος στο σπίτι μέχρι να γυρίσει η Σοφία. Τι ρουτίνα είναι αυτή σκέφτηκε, μόνο δυο μέρες έχει που είμαι σπίτι και βαριέμαι, είναι δυνατόν το μόνο μου ενδιαφέρον να είναι η δουλειά; Φαντάσου να μου άρεσε κιόλας. Βάλθηκε να σκέφτεται πόσο καιρό θα μπορέσουν να ζήσουν με τα χρήματα που έχουν στην τράπεζα αν σταματήσει να δουλεύει για ένα διάστημα. Βλακείες σκέφτομαι, μετά που θα βρω δουλειά…Αλλά η Σοφία θα συνεχίσει να δουλεύει.. του απαντούσε ένα διαβολάκι μέσα στο κεφάλι του Εξάλλου ποιος είπε ότι πρέπει να δουλεύουμε συνέχεια; Αφού έχεις λεφτά στην άκρη. Συνέχιζε το διαβολάκι. Αυτό σκεφτόταν όλη μέρα. Το βράδυ, όταν γύρισε η Σοφία, της ανακοίνωσε ότι θέλει να παραιτηθεί από την δουλειά.

«Γιατί;» τον ρώτησε αυτή όλο έκπληξη.

«Γιατί.. θέλω ένα διάλλειμα.. εξάλλου έχουμε λεφτά. Όταν θα αρχίσουν να τελειώνουν θα ξαναπιάσω δουλειά.» της είπε άστοχα.

«Είσαι άρρωστος; Μήπως πήγες σε κανένα γιατρό χωρίς να μου το πεις; Πες μου την αλήθεια αγάπη μου» του είπε αυτή όλο λατρεία.

«Όχι δεν έχω τίποτα, απλά θέλω να σταματήσω για λίγο καιρό. Εσύ θα έχεις κάποιο πρόβλημα με αυτό;» της είπε.

«Όχι.. όχι.. τι πρόβλημα να έχω..» του απάντησε αλλά η αλήθεια είναι πως άρχισε να ανησυχεί. Δεν ήταν φυσιολογική η συμπεριφορά του. Δεν θα δούλευε; Και τι θα έκανε δηλαδή; και θα δούλευε μόνο αυτή στο σπίτι; Αποφάσισε να πάει με τα νερά του. Να του συμπαρασταθεί. Προφανώς είχε κάποιο παροδικό πρόβλημα.

Την άλλη μέρα ο Κώστας ξύπνησε πολύ αργά. Είχε κοιμηθεί πάνω από δώδεκα ώρες. Όταν ξύπνησε ήταν η πρώτη από τις τελευταίες μέρες που δεν είχε πονοκέφαλο και δεν ζαλιζόταν καθόλου. Χάρηκε πολύ με αυτό και βάλθηκε να ετοιμάζει το φαγητό. Μαγείρεψε, καθάρισε την κουζίνα και κάθισε στην τραπεζαρία. Μπροστά του ήταν η σακούλα με το φαγητό της κοπέλας. Το κοιτούσε και σκεφτόταν πως θέλει να της μιλήσει. Να μάθει που ζει, τι τρώει, με ποιόν ζει. Θα προσπαθήσω σκέφτηκε.

Κατέβηκε και άφησε την σακούλα στην συνηθισμένη θέση. Κάθισε στο πεζοδρόμιο και περίμενε. Μόλις η κοπέλα έστριψε στον δρόμο και τον είδε κοντοστάθηκε αλλά συνέχισε μέχρι που έφτασε μπροστά του και τον κοίταξε. Αυτός σήκωσε τα μάτια για να την δει, αλλά ο ήλιος τον τύφλωσε και έβαλε σαν σκίαστρο το χέρι του. Είδε τελικά ένα κορίτσι γύρω στα δεκάξι, με καστανά μαλλιά και γκρίζα μάτια να του χαμογελάει.

«Γεια σου» του είπε

«Γεια» είπε αυτός και της χαμογέλασε.

«Εσύ μου αφήνεις το φαγητό;»

«Εεε.. ναι» είπε αυτός.

«Ευχαριστώ» είπε αυτή.

«Σήμερα έκανα παστίτσιο» είπε αμήχανα.

«Τρελαίνομαι για παστίτσιο!» είπε η κοπέλα.

«Που μένεις;» είπε απότομα και το ξανασκέφτηκε γρήγορα, μετάνιωσε για την αδιακρισία του «εεε, εννοώ μένεις εδώ κοντά;»

«Δεν το λες και μακριά» είπε ευχάριστα η κοπέλα. Της άρεσε η κουβέντα της με τον ξένο.

«Πως σε λένε;» τον ρώτησε.

«Κώστα με λένε, εσένα;»

«Φωτεινή» του απάντησε.

«Λοιπόν Φωτεινή, χάρηκα για την γνωριμία» είπε και σηκώθηκε. «Σε αφήνω τώρα, θα τα πούμε ε;» είπε να την βγάλει από την υποχρέωση να του μιλάει. Δεν σημαίνει ότι επειδή της αφήνει φαγητό πρέπει να την πρήζει κιόλας.

«Ε ναι οκ!» είπε η κοπέλα και χώρισαν.

Αυτή γύρισε στο ερείπιο και άρχισε να τρώει από το πεντανόστιμο παστίτσιο. Έτρωγε και χαμογελούσε, χωρίς λόγο.

Ο Κώστας γύρισε στο σπίτι και όλη την μέρα δεν έβγαλε από το μυαλό του την Φωτεινή. Είχε περιέργεια να μάθει πως κατέληξε να ψάχνει στα σκουπίδια. Ήθελε να μάθει αν έχει γονείς και που ζει. Έβαζε με το μυαλό του διάφορα και αυτήν την φορά δεν είπε τίποτα στην Σοφία. Αρκετά την είχε ανησυχήσει τις τελευταίες μέρες. Στις ειδήσεις πάλι ανακοίνωναν μέτρα και λίστες. Είχε γεμίσει η καθημερινότητα αριθμούς και αποφάσεις. Τα χέρια των περαστικών έσφιγγαν πιο σφιχτά τους χαρτοφύλακες και μαζί με αυτούς και τις καρδιές τους. Η Φωτεινή δεν έβλεπε διαφορά. Όλα ίδια της φαίνονταν τα τελευταία χρόνια, ούτε καλύτερα, ούτε χειρότερα. Αυτό ήταν το κοινό τους με τον Κώστα.

Τις επόμενες μέρες την περίμενε κάθε μέρα στο πεζοδρόμιο και αντάλλασαν μερικές κουβέντες. Τελικά μια μέρα αποφάσισε να της προτείνει να πάνε μια βόλτα. Είχε σκεφτεί να πάνε σε ένα πάρκο διασκέδασης. Δεν ήξερε αν κάνει για την ηλικία της, δεν είχε πάει ποτέ, αλλά του άρεσε και του ίδιου η ιδέα κι αυτή δέχτηκε. Πέρασαν καταπληκτικά. Ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Πάνω από το τρενάκι έβλεπαν τα πάντα να έρχονται καταπάνω τους βίαια και τρομακτικά και αυτοί γελούσαν. Εκεί που βρίσκονταν στο ψηλότερο σημείο αυτό τους τρόμαζε και τους πετούσε χαμηλά. Μέσα από στροφές και ανεβοκατεβάσματα ένιωθαν να πετούν, δεν είχαν κανέναν έλεγχο της κατάστασης και γελούσαν με την καρδιά τους. Η Φωτεινή είχε καιρό να περάσει καλά, το ίδιο και ο Κώστας.

Η Σοφία έβλεπε τον Κώστα κάθε μέρα να αλλάζει. Είχε περισσότερη ενέργεια, είχε μονίμως ένα μικρό χαμόγελο κρεμασμένο στα χείλη, την φιλούσε πιο συχνά και την αγκάλιαζε περισσότερο. Είχε αλλάξει, προφανώς το χρειαζόταν σκεφτόταν χωρίς να ξέρει την συμμετοχή της Φωτεινής. Αφότου έγιναν φίλοι, πολλές φορές η Φωτεινή έτρωγε στο σπίτι του, όταν δεν ήταν εκεί η Σοφία. Ο Κώστας δεν της είχε μιλήσει ακόμη για την μικρή του φίλη. Ούτε η Φωτεινή στην μαμά της, δεν θα καταλάβαινε. Γύρω τους ο κόσμος βυθιζόταν ακόμη περισσότερη στον λάκκο που σκάβονταν χρόνια τώρα αλλά αυτοί έμοιαζαν πια να επέπλεαν. Ανάσαιναν, δεν τους ένοιαζε η κρίση, δεν τους ένοιαζε να χάσουν τίποτα γιατί δεν είχαν κάτι να χάσουν. Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε καιρό μέχρι που ένα πρωί η Σοφία θέλησε να κάνει μια συζήτηση με τον Κώστα.

«Κώστα το έχω σκεφτεί πολύ και πιστεύω πως ήρθε η ώρα να γυρίσεις στην δουλειά. Τα λεφτά σου τελειώνουν και με τα δικά μου δεν θα τα βγάζουμε πέρα»

«Πως δεν θα τα βγάζουμε, αφού φτάνουν και περισσεύουν»

«Ναι αλλά δεν είναι σωστό να δουλεύω μόνο εγώ, δεν νομίζεις;»

«Μα, ούτως ή άλλως δεν θα δούλευες;»

«Ε ναι, αλλά δεν είναι το ίδιο» του είπε αυστηρά.

«Γιατί θέλεις να ξαναπιάσω δουλειά; Αφού τα χρήματα που βγάζεις μας φτάνουν. Νιώθεις αδικημένη; Γιατί;»

«Γιατί ρε Κώστα εγώ δουλεύω κι εσύ κάθεσαι. Λες να μην θέλω να κάθομαι κι εγώ;»

«Ωραία λοιπόν, ξέρεις ότι μπορούμε να πάμε να ζήσουμε στο χωριό έτσι;»

«Τι λες ρε Κώστα; Τι δουλειά έχουμε στο χωριό; Τι άσχετο είναι αυτό τώρα;»

«Αφού λες ότι κι εσύ θες να κάθεσαι, ας πάμε εκεί και κάτι θα βρούμε να κάνουμε που να μην χρειάζεται να δουλεύουμε σαν τα σκυλιά όλη μέρα. Και που δουλεύουμε τι καταλαβαίνουμε; Αφού δεν έχουμε χρόνο ούτε για τον εαυτό μας πια»

«Δεν θέλω να ζήσω σε χωριό»

«Άρα σου αρέσει να ζεις έτσι όπως ζεις, απλά νιώθεις αδικημένη που δεν δουλεύω κι εγώ. Ζηλεύεις, έτσι δεν είναι;» της είπε.

«Ε ναι ζηλεύω. Δεν λέω, μου αρέσει πολύ η δουλειά μου αλλά…»

«Σοφία εδώ άλλοι δεν έχουν να φάνε κι εμείς μαλώνουμε για βλακείες τώρα, το ξέρεις;»

«Ε ωραία και τι να κάνουμε δηλαδή;» του απάντησε και του έκλεισε την πόρτα του υπνοδωματίου στα μούτρα.

Από εκείνη την μέρα η σχέση τους ψυχράνθηκε. Δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Αποφάσισε να φύγει. Θα πήγαινε να ζήσει μόνος του στο χωριό, κάτι θα έβρισκε εκεί να κάνει.

Από τότε που είχε γνωρίσει την Φωτεινή οι ζαλάδες και οι πονοκέφαλοι είχαν σταματήσει τελείως. Θυμήθηκε τον ψυχίατρο που του είπε ότι αυθυποβάλλεται. Αναρωτήθηκε αν περνούσαν κι άλλοι, αυτό που είχε περάσει κι αυτός.

Εκείνη την μέρα η Φωτεινή είχε γενέθλια. Είχε πορεία και αποφάσισαν να πάνε παρέα. Γινόταν δεκαοχτώ χρονών. Ο Κώστας είχε αποφασίσει να πάει στο χωριό και είχε αποφασίσει να πει και στην Φωτεινή να πάει μαζί του και να πάρουν και την μητέρα της μαζί. Έτσι κι αλλιώς το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο για να μένει μόνος του και οι γονείς του δεν ζούσαν πια. Ευτυχώς που δεν είχε σκεφτεί ποτέ να το πουλήσει. Θα της το έλεγε μετά την πορεία. Θα ξεκινούσαν μια καινούρια ζωή μακριά από τα κρύα πεζοδρόμια της πόλης. Θα ξυπνούσαν το πρωί και θα ασχολούνταν με τον κήπο, θα είχαν τα δικά τους λαχανικά και φρούτα, θα έπαιρνε τον σκύλο που είχε σκεφτεί να πάρει και μπορεί να έβρισκε κι άλλο γάτο σαν τον Κίρο. Αυτά σκεφτόταν, ενώ ταυτόχρονα φώναζε ρυθμικά τα συνθήματα που άκουγε. Η Φωτεινή δίπλα του ήταν πολύ ενθουσιασμένη, δεν είχε ξαναπάει σε πορεία. Κάπου εκεί, περνώντας μπροστά από μια τράπεζα άρχισαν να γίνονται επεισόδια. Πάλι τα ίδια σκέφτηκε ο Κώστας και άρπαξε την Φωτεινή κι άρχισαν να τρέχουν. Δεν είδε το ασθενοφόρο που έτρεχε μανιασμένο στον δρόμο για να φτάσει σε κάποιον που κάτι έπαθε από τα δακρυγόνα. Ούτε το ασθενοφόρο τους είδε. Σε μια στιγμή όλα χάθηκαν από μπροστά τους. Βρέθηκαν ξαφνικά στο τρενάκι, πιασμένοι από το χέρι να κάνουν την τελευταία τους βόλτα. Δίπλα στο τρενάκι, το σπίτι στο χωριό και το σχολείο που θα πήγαινε η Φωτεινή έμοιαζαν σαν έναν από τους πίνακες που είχε στο σαλόνι του, εκεί απέναντι από το τζάκι. Τι ειρωνεία, πρόλαβε να σκεφτεί. Πάντα με τρόμαζαν τα ασθενοφόρα. Και ξαναβρέθηκε στο λούνα παρκ. Η Φωτεινή πρόλαβε να σκεφτεί την μητέρα της, και την φώναξε ακριβώς πριν βρεθεί με τον Κώστα πάνω στο τρενάκι, μα εκείνη ήταν μακριά για να την ακούσει.

Την άλλη μέρα τα ονόματά τους είχαν μπει κι αυτά σε κάποια λίστα. Είχαν γίνει και αυτοί αριθμοί σε κάποια στατιστική. Κάποιοι αναφέρθηκαν σε αυτούς με τα ονόματά τους. Πολλοί θέλησαν να τους κάνουν δικούς τους. Κανείς δεν ήξερε και κανείς δεν θα μάθαινε όμως ποτέ την αλήθεια.

 

 

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: